Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bajo techo
01
σε εσωτερικό χώρο, μέσα σε κτίριο
que se realiza dentro de un edificio o espacio cerrado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bajo techo
αρσενικό πληθυντικό
bajo techo
θηλυκό ενικό
bajo techo
θηλυκό πληθυντικό
bajo techo
Παραδείγματα
Juegan al fútbol bajo techo cuando llueve.
Παίζουν ποδόσφαιρο σε κλειστό χώρο όταν βρέχει.



























