singular
Pronunciation
/sˌiŋɡulˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "singular"στα ισπανικά

01

μοναδικός, εξαιρετικός

que es único, extraordinario o fuera de lo común
singular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más singular
συγκριτικός βαθμός
más singular
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
singular
αρσενικό πληθυντικό
singulares
θηλυκό ενικό
singular
θηλυκό πληθυντικό
singulares
Παραδείγματα
Su carácter singular lo hace inolvidable.
Ο μοναδικός χαρακτήρας του τον κάνει αξέχαστο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store