Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
singular
01
μοναδικός, εξαιρετικός
que es único, extraordinario o fuera de lo común
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más singular
συγκριτικός βαθμός
más singular
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
singular
αρσενικό πληθυντικό
singulares
θηλυκό ενικό
singular
θηλυκό πληθυντικό
singulares
Παραδείγματα
Su carácter singular lo hace inolvidable.
Ο μοναδικός χαρακτήρας του τον κάνει αξέχαστο.
Λεξικό Δέντρο
singular
single



























