Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sintomático
01
συμπτωματικός
que actúa como síntoma o muestra signos de una enfermedad o problema
Παραδείγματα
Los análisis confirmaron lo que el cuadro sintomático ya sugería.
Οι αναλύσεις επιβεβαίωσαν αυτό που το συμπτωματικό σκηνικό ήδη υπαινίσσονταν.



























