Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persistente
01
επίμονος
que continúa con firmeza a pesar de las dificultades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más persistente
συγκριτικός βαθμός
más persistente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
persistente
αρσενικό πληθυντικό
persistentes
θηλυκό ενικό
persistente
θηλυκό πληθυντικό
persistentes
Παραδείγματα
Ella es muy persistente en sus estudios.
Είναι πολύ επίμονη στις σπουδές της.



























