Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El comienzo
01
αρχή
momento en que algo inicia o empieza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comienzos
Παραδείγματα
El comienzo del proyecto requirió mucho esfuerzo y planificación.
Η αρχή του έργου απαίτησε πολλή προσπάθεια και σχεδιασμό.



























