el sico callejero
ˈmu
μου
si
si
σι
co
ko
κο
ca
ka
κα
lle
ʎe
λιε
je
xe
χε
ro
ɾo
ρο

Ορισμός και σημασία του "músico callejero"στα ισπανικά

El músico callejero
01

δρομικός μουσικός, δρομικός καλλιτέχνης

persona que toca música en la vía pública 
el músico callejero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
músicos callejeros
αρσενικό ενικό
músico callejero
θηλυκό ενικό
música callejera
neutral form
artista callejero
Παραδείγματα
El músico callejero tocaba guitarra en la plaza. 

Ο μουσικός του δρόμου έπαιζε κιθάρα στην πλατεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store