Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reemplazar
01
αντικαθιστώ
sustituir algo o a alguien por otra cosa o persona diferente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
reemplazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reemplaza
ενεστώτα μετοχή
reemplazando
απλός αόριστος
reemplazó
παθητική μετοχή
reemplazado
Παραδείγματα
Nadie puede reemplazar a mi madre.
Κανείς δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη μητέρα μου.



























