Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meterse en
01
ανακατεύομαι σε, εμπλέκομαι σε
involucrarse en un situación o actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
me meto en
γ΄ ενικό πρόσωπο
se mete en
ενεστώτα μετοχή
metiéndose en
απλός αόριστος
se metió en
παθητική μετοχή
metido en
Παραδείγματα
No quiero meterme en problemas.
Δεν θέλω να μπλέξω σε προβλήματα.
LanGeek



























