Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meterse en
01
involucrarse en un situación o actividad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
me meto en
γ΄ ενικό πρόσωπο
se mete en
ενεστώτα μετοχή
metiéndose en
απλός αόριστος
se metió en
παθητική μετοχή
metido en
Παραδείγματα
Se metieron en una conversación privada.
Μπλέχτηκαν σε μια ιδιωτική συζήτηση.



























