meterse  en
meterse
metɛɾse
meterse
en
ɛn
en

Ορισμός και σημασία του "meterse en"στα ισπανικά

meterse en
01

ανακατεύομαι σε, εμπλέκομαι σε

involucrarse en un situación o actividad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
me meto en
γ΄ ενικό πρόσωπο
se mete en
ενεστώτα μετοχή
metiéndose en
απλός αόριστος
se metió en
παθητική μετοχή
metido en
Παραδείγματα
No quiero meterme en problemas. 

Δεν θέλω να μπλέξω σε προβλήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store