Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La responsabilidad
01
ευθύνη, υποχρέωση
obligación moral o legal de cumplir con un deber o cargo
Παραδείγματα
Actúa con mucha responsabilidad.
Ενεργεί με μεγάλη ευθύνη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ευθύνη, υποχρέωση