Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
respirar
[past form: respiré][present form: respiro]
01
αναπνέω
tomar aire hacia los pulmones y expulsarlo para mantener la vida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
respiro
γ΄ ενικό πρόσωπο
respira
ενεστώτα μετοχή
respirando
απλός αόριστος
respiré
παθητική μετοχή
respirado
Παραδείγματα
Después de correr, respiraba con dificultad.
Μετά το τρέξιμο, αναπνέει με δυσκολία.



























