el navegante
Pronunciation
/nˌaβeɣˈante/

Ορισμός και σημασία του "navegante"στα ισπανικά

01

ναυτιλόμενος, πλοηγός

persona que dirige o guía la navegación de un barco o vehículo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
navegantes
Παραδείγματα
Todos confiaban en el navegante para llegar a salvo.
Όλοι εμπιστεύονταν τον πλοηγό για να φτάσουν με ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store