Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El navegante
01
ναυτιλόμενος, πλοηγός
persona que dirige o guía la navegación de un barco o vehículo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
navegantes
Παραδείγματα
El navegante ajustó el rumbo del barco.
Ο ναυτιλιακός προσάρμοσε την πορεία του πλοίου.



























