ético
Pronunciation
/ˈɛtiko/

Ορισμός και σημασία του "ético"στα ισπανικά

01

ηθικός

relativo a la moral y a la distinción entre lo correcto e incorrecto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ético
αρσενικό πληθυντικό
éticos
θηλυκό ενικό
ética
θηλυκό πληθυντικό
éticas
Παραδείγματα
El profesor enfatizó la importancia de la conducta ética.
Ο δάσκαλος τόνισε τη σημασία της ηθικής συμπεριφοράς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store