Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El corrector ortográfico
01
ορθογραφικός διορθωτής, έλεγχος ορθογραφίας
programa o herramienta que detecta y corrige errores de ortografía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
correctores ortográficos
Παραδείγματα
El corrector ortográfico subrayó varias palabras incorrectas.
Ο ορθογράφος υπογράμμισε πολλές λανθασμένες λέξεις.



























