Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
corregir
01
διορθώνω
hacer que algo esté correcto o sin errores
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
corrijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corrige
ενεστώτα μετοχή
corrigiendo
απλός αόριστος
corregí
παθητική μετοχή
corregido
Παραδείγματα
Me ayudó a corregir los errores en mi informe.
Με βοήθησε να διορθώσω τα λάθη στην αναφορά μου.
02
βαθμολογώ
evaluar y asignar una calificación a trabajos o exámenes
Παραδείγματα
El sistema corrige automáticamente algunas pruebas.
Το σύστημα διορθώνει αυτόματα ορισμένες δοκιμές.



























