corregir
co
ko
ko
rre
re
re
gir
ˈxir
khir
esculpirexpandirprevenirdifundir

Ορισμός και σημασία του "corregir"στα ισπανικά

corregir
01

διορθώνω

hacer que algo esté correcto o sin errores 
corregir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
corrijo
γ΄ ενικό πρόσωπο
corrige
ενεστώτα μετοχή
corrigiendo
απλός αόριστος
corregí
παθητική μετοχή
corregido
Παραδείγματα
Por favor, corrige los errores en tu texto. 

Παρακαλώ διορθώστε τα λάθη στο κείμενό σας.

02

βαθμολογώ

evaluar y asignar una calificación a trabajos o exámenes 
corregir definition and meaning
Παραδείγματα
El profesor corrige los exámenes después de clase. 

Ο δάσκαλος διορθώνει τα διαγωνίσματα μετά το μάθημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store