prohibido
pro
ˌpɾo
pro
hi
i
i
bi
ˈβi
bi
do
ðo
dho
resentidodifundidoexprimidoprotegido

Ορισμός και σημασία του "prohibido"στα ισπανικά

01

απαγορευμένος

no permitido por ley o norma 
prohibido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más prohibido
συγκριτικός βαθμός
más prohibido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prohibido
αρσενικό πληθυντικό
prohibidos
θηλυκό ενικό
prohibida
θηλυκό πληθυντικό
prohibidas
Παραδείγματα
Está prohibido fumar en este edificio. 

Απαγορεύεται το κάπνισμα σε αυτό το κτίριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store