Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prohibido
01
απαγορευμένος
no permitido por ley o norma
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más prohibido
συγκριτικός βαθμός
más prohibido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
prohibido
αρσενικό πληθυντικό
prohibidos
θηλυκό ενικό
prohibida
θηλυκό πληθυντικό
prohibidas
Παραδείγματα
El uso de teléfonos móviles está prohibido durante la reunión.
Η χρήση κινητών τηλεφώνων απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























