la cordura
cor
koɾ
κορ
du
ˈdu
ντου
ra
ɾa
ρα
pinturafacturamonturaanchura

Ορισμός και σημασία του "cordura"στα ισπανικά

01

σωφροσύνη, λογική

estado de la mente en equilibrio y con juicio correcto 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Perdió la cordura después del accidente. 

Έχασε την ψυχική του υγεία μετά το ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store