Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apañar
01
επισκευάζω, διορθώνω
arreglar o solucionar algo de manera práctica y rápida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
apaño
γ΄ ενικό πρόσωπο
apaña
ενεστώτα μετοχή
apañando
απλός αόριστος
apañó
παθητική μετοχή
apañado
Παραδείγματα
Vamos a apañar esto y seguir adelante.
Ας διορθώσουμε αυτό και ας προχωρήσουμε.
02
τα βγάζω πέρα, διαχειρίζομαι
arreglárselas o desenvolverse con los medios disponibles
Παραδείγματα
Me apañé como pude ese día.
Κατάφερα όσο μπορούσα εκείνη την ημέρα.



























