apañar
Pronunciation
/ˌapaɲˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "apañar"στα ισπανικά

apañar
01

επισκευάζω, διορθώνω

arreglar o solucionar algo de manera práctica y rápida
apañar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
apaño
γ΄ ενικό πρόσωπο
apaña
ενεστώτα μετοχή
apañando
απλός αόριστος
apañó
παθητική μετοχή
apañado
Παραδείγματα
Vamos a apañar esto y seguir adelante.
Ας διορθώσουμε αυτό και ας προχωρήσουμε.
02

τα βγάζω πέρα, διαχειρίζομαι

arreglárselas o desenvolverse con los medios disponibles
Παραδείγματα
Me apañé como pude ese día.
Κατάφερα όσο μπορούσα εκείνη την ημέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store