Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apañar
01
επισκευάζω, διορθώνω
arreglar o solucionar algo de manera práctica y rápida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
apaño
γ΄ ενικό πρόσωπο
apaña
ενεστώτα μετοχή
apañando
απλός αόριστος
apañó
παθητική μετοχή
apañado
Παραδείγματα
Tuve que apañar la puerta con herramientas viejas.
Έπρεπε να επισκευάσω την πόρτα με παλιά εργαλεία.
02
τα βγάζω πέρα, διαχειρίζομαι
arreglárselas o desenvolverse con los medios disponibles
Παραδείγματα
Se apañó solo durante todo el viaje.
Τα κατάφερε μόνος του καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού.



























