Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trasnochar
01
ξενυχτώ, περνώ τη νύχτα ξύπνιος
pasar la noche despierto sin dormir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
trasnocho
γ΄ ενικό πρόσωπο
trasnocha
ενεστώτα μετοχή
trasnochando
απλός αόριστος
trasnoché
παθητική μετοχή
trasnochado
Παραδείγματα
Anoche trasnoché estudiando para el examen.
Αγρυπνώ για να μελετήσω για τις εξετάσεις.



























