Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trasnochar
01
ξενυχτώ, περνώ τη νύχτα ξύπνιος
pasar la noche despierto sin dormir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
trasnocho
γ΄ ενικό πρόσωπο
trasnocha
ενεστώτα μετοχή
trasnochando
απλός αόριστος
trasnoché
παθητική μετοχή
trasnochado
Παραδείγματα
Trasnochar durante el fin de semana es común entre jóvenes.
Το ξενύχτι κατά το σαββατοκύριακο είναι κοινό μεταξύ των νέων.



























