Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
previsto
01
προγραμματισμένος, προβλεπόμενος
organizado o programado de antemano
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más previsto
συγκριτικός βαθμός
más previsto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
previsto
αρσενικό πληθυντικό
previstos
θηλυκό ενικό
prevista
θηλυκό πληθυντικό
previstas
Παραδείγματα
El viaje estaba previsto para el próximo mes.
Το ταξίδι ήταν προγραμματισμένο για τον επόμενο μήνα.



























