Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La primacía
01
πρωτοκαθεδρία, υπεροχή
posición de superioridad o prioridad sobre otros en importancia o influencia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
primacías
Παραδείγματα
La educación tiene primacía en nuestra sociedad.
Η εκπαίδευση έχει πρωτιά στην κοινωνία μας.



























