Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La primacía
[gender: feminine]
01
πρωτοκαθεδρία, υπεροχή
posición de superioridad o prioridad sobre otros en importancia o influencia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
primacías
Παραδείγματα
La religión tenía primacía sobre la política en aquel tiempo.
Η θρησκεία είχε προτεραιότητα έναντι της πολιτικής εκείνη την εποχή.



























