Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patear
01
κλωτσάω, δίνω κλωτσιά
dar una patada a algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
patea
ενεστώτα μετοχή
pateando
απλός αόριστος
pateó
παθητική μετοχή
pateado
Παραδείγματα
Aprendí a patear correctamente en la clase de fútbol.
Έμαθα να patear σωστά στο μάθημα ποδοσφαίρου.



























