coquetear
Pronunciation
/kˌoketeˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "coquetear"στα ισπανικά

coquetear
01

φλερτάρω, κοκετάρω

mostrar interés romántico o sexual de manera ligera o juguetona
coquetear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
coqueteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coquetea
ενεστώτα μετοχή
coqueteando
απλός αόριστος
coqueteó
παθητική μετοχή
coqueteado
Παραδείγματα
Se dio cuenta de que alguien estaba coqueteando con ella.
Συνειδητοποίησε ότι κάποιος φλερτάριζε μαζί της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store