Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coquetear
01
φλερτάρω, κοκετάρω
mostrar interés romántico o sexual de manera ligera o juguetona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
coqueteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coquetea
ενεστώτα μετοχή
coqueteando
απλός αόριστος
coqueteó
παθητική μετοχή
coqueteado
Παραδείγματα
Se dio cuenta de que alguien estaba coqueteando con ella.
Συνειδητοποίησε ότι κάποιος φλερτάριζε μαζί της.



























