Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El coraje
01
θάρρος, ανδρεία
valor o determinación para enfrentar situaciones difíciles o peligrosas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Con coraje, logró superar sus miedos.
Με θάρρος, κατάφερε να ξεπεράσει τους φόβους του.
02
θυμός, οργή
sentimiento fuerte de enojo o irritación
Παραδείγματα
Controlar el coraje es importante en el trabajo.
Ο έλεγχος του θυμού είναι σημαντικός στη δουλειά.



























