Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
permisivo
01
επιεικής
que permite o tolera comportamientos o acciones con pocas restricciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más permisivo
συγκριτικός βαθμός
más permisivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
permisivo
αρσενικό πληθυντικό
permisivos
θηλυκό ενικό
permisiva
θηλυκό πληθυντικό
permisivas
Παραδείγματα
Su política permisiva generó críticas.
Η επιεικής πολιτική του προκάλεσε κριτική.



























