el drogadicto
Pronunciation
/dɾˌoɣaðˈikto/

Ορισμός και σημασία του "drogadicto"στα ισπανικά

01

ναρκομανής, εξαρτημένος από ναρκωτικά

persona que depende de drogas y las consume habitualmente
el drogadicto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
drogadictos
Παραδείγματα
El drogadicto pidió ayuda para superar su adicción.
Ο εθισμένος στα ναρκωτικά ζήτησε βοήθεια για να ξεπεράσει τον εθισμό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store