la verdad
ver
bɛɾ
ber
dad
ˈðad
dhad
unidadpiedadciudadvanidad

Ορισμός και σημασία του "verdad"στα ισπανικά

01

αλήθεια

hecho o realidad que es cierto 
la verdad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La verdad siempre sale a la luz. 

Η αλήθεια βγαίνει πάντα στο φως.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store