Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rogar
01
ικετεύω
pedir algo con insistencia o súplica
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ruego
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruega
ενεστώτα μετοχή
rogando
απλός αόριστος
rogó
παθητική μετοχή
rogado
Παραδείγματα
Le rogó que no se fuera.
Ικετεύω que no se fuera.



























