la rodilla
ro
ro
ro
di
ˈði
dhi
lla
ʎa
lia
vajillamesillapolillacamilla

Ορισμός και σημασία του "rodilla"στα ισπανικά

01

γόνατο, άρθρωση του γονάτου

parte del cuerpo donde la pierna se dobla en el centro 
la rodilla definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rodillas
Παραδείγματα
Se cayó y se lastimó la rodilla. 

Έπεσε και τραυμάτισε το γόνατο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store