Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
darse con
01
συγκρούομαι με, χτυπάω σε
chocar contra algo o alguien accidentalmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
me doy con
γ΄ ενικό πρόσωπο
se da con
ενεστώτα μετοχή
dándose con
απλός αόριστος
se dio con
παθητική μετοχή
dado con
Παραδείγματα
Me di con la cabeza en el armario al agacharme.
Χτύπησα το κεφάλι μου στην ντουλάπα όταν σκύφτω.



























