Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacer juego
01
ταιριάζω, συνδυάζω
combinar bien con algo o ser apropiado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hago juego
γ΄ ενικό πρόσωπο
hace juego
ενεστώτα μετοχή
haciendo juego
απλός αόριστος
hizo juego
παθητική μετοχή
hecho juego
Παραδείγματα
El mantel hace juego con los platos de la mesa.
Το τραπεζομάντηλο ταιριάζει με τα πιάτα στο τραπέζι.



























