Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pasear en bicicleta
01
κάνω ποδήλατο
montar en bicicleta por diversión o ejercicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
paseo en bicicleta
γ΄ ενικό πρόσωπο
pasea en bicicleta
ενεστώτα μετοχή
paseando en bicicleta
απλός αόριστος
paseó en bicicleta
παθητική μετοχή
paseado en bicicleta
Παραδείγματα
Me gusta pasear en bicicleta por el parque.
Μου αρέσει να κάνω βόλτα με ποδήλατο στο πάρκο.



























