Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escalar montañas
01
να σκαρφαλώνω βουνά
subir montañas como deporte o actividad al aire libre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
escalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escala
ενεστώτα μετοχή
escalando
απλός αόριστος
escaló
παθητική μετοχή
escalado
Παραδείγματα
Los turistas escalan montañas para disfrutar de la vista.
Οι τουρίστες σκαρφαλώνουν βουνά για να απολαύσουν τη θέα.



























