Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escalar montañas
01
να σκαρφαλώνω βουνά
subir montañas como deporte o actividad al aire libre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
escalo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escala
ενεστώτα μετοχή
escalando
απλός αόριστος
escaló
παθητική μετοχή
escalado
Παραδείγματα
Nos gusta escalar montañas los fines de semana.
Μας αρέσει να ανεβαίνουμε βουνά τα σαββατοκύριακα.



























