Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El control coercitivo
01
εξαναγκαστικός έλεγχος
forma de abuso basada en la dominación y la restricción sistemática de la autonomía de otra persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El control coercitivo puede manifestarse sin violencia física.
Ο επιτακτικός έλεγχος μπορεί να εκδηλωθεί χωρίς σωματική βία.



























