Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
el empleado de funeraria
/ˌempleˈaðo ðe fˌunɛɾˈaɾja/
El empleado de funeraria
01
υπάλληλος νεκροτομείου, τανατοπράκτορας
persona que prepara y cuida los cuerpos de los fallecidos para el entierro o cremación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
empleados de funeraria
Παραδείγματα
Los empleados de funeraria trabajan de noche y de día.
Οι υπάλληλοι της νεκροτομείου εργάζονται τη νύχτα και την ημέρα.



























