Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El niño pequeño
01
μικρό παιδί, νήπιο
niño que ya ha comenzado a caminar pero aún es pequeño
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
niños pequeños
Παραδείγματα
El niño pequeño juega con sus bloques en el suelo.
Το μικρό παιδί παίζει με τα τουβλάκια του στο πάτωμα.



























