Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nocivo
01
επιβλαβής, βλαβερός
que causa daño o perjuicio, especialmente a la salud o al medio ambiente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más nocivo
συγκριτικός βαθμός
más nocivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nocivo
αρσενικό πληθυντικό
nocivos
θηλυκό ενικό
nociva
θηλυκό πληθυντικό
nocivas
Παραδείγματα
Fumar es nocivo para la salud.
Το κάπνισμα είναι βλαβερό για την υγεία.



























