nocivo
no
no
no
ci
ˈθi
thi
vo
βo
bo
motivomasivoreciboactivo

Ορισμός και σημασία του "nocivo"στα ισπανικά

01

επιβλαβής, βλαβερός

que causa daño o perjuicio, especialmente a la salud o al medio ambiente 
nocivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más nocivo
συγκριτικός βαθμός
más nocivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nocivo
αρσενικό πληθυντικό
nocivos
θηλυκό ενικό
nociva
θηλυκό πληθυντικό
nocivas
Παραδείγματα
Fumar es nocivo para la salud. 

Το κάπνισμα είναι βλαβερό για την υγεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store