Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nocivo
01
επιβλαβής, βλαβερός
que causa daño o perjuicio, especialmente a la salud o al medio ambiente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más nocivo
συγκριτικός βαθμός
más nocivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nocivo
αρσενικό πληθυντικό
nocivos
θηλυκό ενικό
nociva
θηλυκό πληθυντικό
nocivas
Παραδείγματα
Las radiaciones nocivas del sol requieren protección.
Οι επιβλαβείς ακτινοβολίες του ήλιου απαιτούν προστασία.



























