recién nacido
Pronunciation
/reθjˈɛn naθˈiðo/

Ορισμός και σημασία του "recién nacido"στα ισπανικά

recién nacido
01

νεογέννητος, μόλις γεννημένος

recién nacido, que acaba de nacer
recién nacido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
recién nacido
αρσενικό πληθυντικό
recién nacidos
θηλυκό ενικό
recién nacida
θηλυκό πληθυντικό
recién nacidas
Παραδείγματα
El recién nacido fue vacunado según el calendario pediátrico.
Το νεογέννητο εμβολιάστηκε σύμφωνα με το παιδιατρικό ημερολόγιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store