recién nacido
re
re
re
cién
ˈθjɛn
thyen
na
na
na
ci
θi
thi
do
ðo
dho

Ορισμός και σημασία του "recién nacido"στα ισπανικά

recién nacido
01

νεογέννητος, μόλις γεννημένος

recién nacido, que acaba de nacer 
recién nacido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
recién nacido
αρσενικό πληθυντικό
recién nacidos
θηλυκό ενικό
recién nacida
θηλυκό πληθυντικό
recién nacidas
Παραδείγματα
El recién nacido duerme en la cuna. 

Το νεογέννητο κοιμάται στην κούνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store