la soltería
sol
ˌsɔl
sawl
ter
ˈtɛɾi
teri
ía
a
a
herreríalibreríapizzeríazoología

Ορισμός και σημασία του "soltería"στα ισπανικά

01

εγγύηση, κατάσταση ανύπανδρου

estado o condición de una persona que no está casada 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Vivió su soltería con total independencia. 

Έζησε την ελευθερία του με πλήρη ανεξαρτησία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store