alarmado
a
a
a
lar
laɾ
lar
ma
ˈma
ma
do
ðo
dho
alargado

Ορισμός και σημασία του "alarmado"στα ισπανικά

01

αναστατωμένος, ανήσυχος

que siente miedo, preocupación o inquietud 
alarmado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más alarmado
συγκριτικός βαθμός
más alarmado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
alarmado
αρσενικό πληθυντικό
alarmados
θηλυκό ενικό
alarmada
θηλυκό πληθυντικό
alarmadas
Παραδείγματα
Estaba alarmado al recibir la noticia del accidente. 

Ήταν αναστατωμένος όταν έλαβε την είδηση του ατυχήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store