Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobresaltado
01
τρομαγμένος, έκπληκτος
sorprendido o asustado de manera repentina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sobresaltado
συγκριτικός βαθμός
más sobresaltado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sobresaltado
αρσενικό πληθυντικό
sobresaltados
θηλυκό ενικό
sobresaltada
θηλυκό πληθυντικό
sobresaltadas
Παραδείγματα
El ruido fuerte lo dejó sobresaltado.
Ο δυνατός θόρυβος τον άφησε αναστατωμένο.



























