Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dejar anonadado
01
καταπλήσσω, εκπλήσσω
sorprender o impresionar a alguien de manera intensa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
dejo anonadado
γ΄ ενικό πρόσωπο
deja anonadado
ενεστώτα μετοχή
dejando anonadado
απλός αόριστος
dejó anonadado
παθητική μετοχή
dejado anonadado
Παραδείγματα
El final de la película dejó anonadados a todos los críticos.
Το τέλος της ταινίας άφησε κατάπληκτους όλους τους κριτικούς.



























