Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ensimismamiento
01
απορρόφηση, βύθιση στον εαυτό
estado de concentración intensa en los propios pensamientos o actividades, sin prestar atención al entorno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El ensimismamiento puede ser útil para la concentración profunda.
Ensimismamiento μπορεί να είναι χρήσιμο για βαθιά συγκέντρωση.



























