sentimental
sen
sen
σεν
ti
ti
τι
men
men
μεν
tal
ˈtal
ταλ
intelectualexistencialperjudicialmatrimonial

Ορισμός και σημασία του "sentimental"στα ισπανικά

sentimental
01

συναισθηματικός

que muestra o siente emociones profundas, a menudo nostalgia o ternura 
sentimental definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sentimental
συγκριτικός βαθμός
más sentimental
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sentimental
αρσενικό πληθυντικό
sentimentales
θηλυκό ενικό
sentimental
θηλυκό πληθυντικό
sentimentales
θεματικό πεδίο
emoción, personalidad, comportamiento
Παραδείγματα
Es muy sentimental con las cartas de su infancia. 

Είναι πολύ συναισθηματικός με τις επιστολές της παιδικής του ηλικίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sentimental
sentiment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store