Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enamorarse de
01
ερωτεύομαι, γοητεύομαι από
sentir amor romántico por alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
me enamoro de
γ΄ ενικό πρόσωπο
se enamora de
ενεστώτα μετοχή
enamorándose de
απλός αόριστος
se enamoró de
παθητική μετοχή
enamorado de
Παραδείγματα
Se enamoró de su compañero de clase.
Αυτή ερωτεύτηκε τον συμμαθητή της.



























