Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atiborrar
01
γεμίζω υπερβολικά, τρώω υπερβολικά
llenar o comer en exceso hasta sentirse saturado o demasiado lleno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
atiborro
γ΄ ενικό πρόσωπο
atiborra
ενεστώτα μετοχή
atiborrando
απλός αόριστος
atiborró
παθητική μετοχή
atiborrado
Παραδείγματα
Los niños se atiborraron de helado sin parar.
Τα παιδιά χόρτασαν παγωτό χωρίς σταματημό.



























