Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
realizado
01
πραγματοποιημένος, ικανοποιημένος
que se siente satisfecho y pleno por haber logrado metas o aspiraciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más realizado
συγκριτικός βαθμός
más realizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
realizado
αρσενικό πληθυντικό
realizados
θηλυκό ενικό
realizada
θηλυκό πληθυντικό
realizadas
Παραδείγματα
Estaba realizado tras completar la maratón.
Ήταν πραγματοποιημένος μετά την ολοκλήρωση του μαραθωνίου.



























