realizado
rea
ˌrea
rea
li
li
li
za
ˈθa
tha
do
ðo
dho
escarpadopreparadoestresadoretrasado

Ορισμός και σημασία του "realizado"στα ισπανικά

01

πραγματοποιημένος, ικανοποιημένος

que se siente satisfecho y pleno por haber logrado metas o aspiraciones 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más realizado
συγκριτικός βαθμός
más realizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
realizado
αρσενικό πληθυντικό
realizados
θηλυκό ενικό
realizada
θηλυκό πληθυντικό
realizadas
Παραδείγματα
Estaba realizado tras conseguir su primer empleo. 

Αισθανόταν πραγματοποιημένος αφού βρήκε την πρώτη του δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store