Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
realizado
01
πραγματοποιημένος, ικανοποιημένος
que se siente satisfecho y pleno por haber logrado metas o aspiraciones
Παραδείγματα
Estaba realizado tras completar la maratón.
Ήταν πραγματοποιημένος μετά την ολοκλήρωση του μαραθωνίου.



























