halagüeño
ha
ˌa
a
lag
laɣu
laghoo
üe
ˈe
e
ño
ɲo
nio
brasileñojalapeñopanameñopequeño

Ορισμός και σημασία του "halagüeño"στα ισπανικά

halagüeño
01

κολακευτικός, επαινετικός

que produce satisfacción, agrado o elogio al ser mencionado o recibido 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más halagüeño
συγκριτικός βαθμός
más halagüeño
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
halagüeño
αρσενικό πληθυντικό
halagüeños
θηλυκό ενικό
halagüeña
θηλυκό πληθυντικό
halagüeñas
Παραδείγματα
Recibió un comentario halagüeño sobre su trabajo. 

Έλαβε ένα κολακευτικό σχόλιο για τη δουλειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store